ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ
Το γραφείο μας αναλαμβάνει τη διενέργεια διαμεσολάβησης επί του συνόλου διαφορών ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη διαδικασία αυτή.
Τι είναι η Διαμεσολάβηση;
Η διαμεσολάβηση είναι μια μέθοδος εξωδικαστικής επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, στην οποία τα μέρη, με τη βοήθεια και συνδρομή του διαμεσολαβητή, δηλαδή, ενός τρίτου, ανεξάρτητου και ουδέτερου ως προς τα μέρη προσώπου, επιχειρούν να καταλήξουν μέσω της διαπραγμάτευσης μεταξύ τους, σε μία βιώσιμη και αμοιβαία ικανοποιητική διευθέτηση της διαφοράς τους.
Η διαμεσολάβηση είναι μία διαδικασία παλαιά όσο και οι ανθρώπινες κοινωνίες. Είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση, με τη συνύπαρξη και με τη λειτουργία των ανθρωπίνων κοινωνιών και τα προβλήματα που ανακύπτουν σε αυτές. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατό να αποδώσει κάποιος με απόλυτη βεβαιότητα την πατρότητά της σε ένα και μόνο λαό, σε μία εποχή και σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.
Πώς γίνεται;
Ο ν.4640/2019 για τη διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις περιέχει διατάξεις που ρυθμίζουν τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας της διαμεσολάβησης και της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (άρθρα 5,6 και 7). Η ύπαρξη των διατάξεων αυτών, ωστόσο, δεν αναιρεί τον ελαστικό και ευέλικτο χαρακτήρα της εκούσιας διαμεσολάβησης, καθώς η διαδικασία της καθορίζεται από τον διαμεσολαβητή σε συνεννόηση με τα μέρη, ανάλογα με την φύση της υπόθεσης. Ο σκοπός της διαδικασίας, πάντως, εκπληρώνεται με τον καλύτερο τρόπο, όταν λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και εξυπηρετούνται τα αληθινά συμφέροντα των συγκεκριμένων μερών που λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία.
Η διαδικασία της διαμεσολάβησης διακρίνεται για τον εκούσιο χαρακτήρα της και συνήθως ξεκινά με μια κοινή συνάντηση του διαμεσολαβητή με τα μέρη, τα οποία, αφού ενημερωθούν αναλυτικά από τον διαμεσολαβητή για την όλη διαδικασία, παρουσιάζουν τις απόψεις τους για την μεταξύ τους διαφορά. Στη συνέχεια, ακολουθούν είτε κοινές είτε κατ’ ιδίαν συναντήσεις μεταξύ του διαμεσολαβητή και του κάθε μέρους, προκειμένου αυτός να βοηθήσει τα μέρη να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, μεταφέροντας από τη μία στην άλλη πλευρά προτάσεις και αντιπροτάσεις, πάντα, όμως, με την συναίνεσή τους. Στο τέλος της διαδικασίας ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό επίτευξης ή μη επίτευξης συμφωνίας (άρθρο 8 του νόμου 4640/2019), ανάλογα με το αν θα καταλήξουν ή όχι τα μέρη σε επίλυση της διαφοράς τους. Καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης έχουν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των μερών που καλούνται στη διαμεσολάβηση νομικοί παραστάτες. Αυτοί παρίστανται υποχρεωτικά με τους εντολείς τους και παρέχουν σ’ αυτούς νομικές συμβουλές, τους συνδράμουν σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και συντάσσουν την τελική συμφωνία, στην οποία θα καταλήξουν τα μέρη. Το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας περιλαμβάνει, εκτός των άλλων στοιχείων, τη συμφωνία επίλυσης και υπογράφεται από όλους τους συμμετέχοντες στη διαδικασία, μπορεί δε να κατατεθεί στη γραμματεία του αρμόδιου Πρωτοδικείου, αν κάποιο από τα μέρη το ζητήσει, ώστε να αποτελεί και εκτελεστό τίτλο.
Ποια η ισχύς της συμφωνίας;
Το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας, υπογράφεται από όλους τους συμμετέχοντες στη διαδικασία και δύναται να κατατεθεί στη γραμματεία του αρμόδιου Πρωτοδικείου από οποιοδήποτε των μερών, ώστε να αποτελεί εκτελεστό τίτλο υπό τις προϋποθέσεις του νόμου.
Ποιο είναι το πεδίο εφαρμογής της;
Με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να επιλυθούν όλες οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, τους (άρθρο 3 παρ.1 του νόμου 4640/2019) και συμφωνήσουν να υπαχθούν στη διαδικασία αυτή. Ενδεικτικά, τέτοιες διαφορές μπορεί να είναι οικογενειακές, από σχέσεις οροφοκτησίας, εργατικές διαφορές, διαφορές για αξιώσεις ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας, κληρονομικές διαφορές, υποθέσεις αστικής ιατρικής ευθύνης, διαφορές μεταξύ οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και χρηστών, αγωγές χρέους, αγωγές αποζημιώσεως από τροχαία ατυχήματα και πολλές άλλες.
Πόσο διαρκεί;
Η διάρκεια της διαδικασίας της διαμεσολάβησης εξαρτάται από το είδος και την πολυπλοκότητα της διαφοράς που απασχολεί τα μέρη, καθώς και από τη δική τους βούληση. Ενδεικτικά μιλώντας μπορούμε να πούμε ότι η επίλυση μιας εμπορικής διαφοράς, όπως προκύπτει από την πρακτική της Διαμεσολάβησης στην Ελλάδα και το εξωτερικό, παραπέμπει σε διαδικασία με μέσο όρο διάρκειας 8 ωρών περίπου, ακόμα και εντός της ίδιας ημέρας.
Γιατί να την επιλέξω;
α) ταχεία επίλυση της διαφοράς: Η διαδικασία της διαμεσολάβησης δίνει την δυνατότητα ταχείας επίλυσης της διαφοράς εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος, πολύ μικρότερου από αυτού που απαιτείται για την εκδίκαση μιας υπόθεσης στο δικαστήριο.
β) εξοικονόμηση κόστους: Η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι πιο συμφέρουσα οικονομικά από ένα μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα που μπορεί να αποβεί πολυδάπανος, καθώς το κόστος αυτής είναι ελεγχόμενο, γιατί συμφωνείται εκ των προτέρων με το διαμεσολαβητή και βαρύνει και τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές κατ’ ισομοιρία.
γ) απόρρητο της διαδικασίας: Η διαδικασία της διαμεσολάβησης διεξάγεται σε ένα πλαίσιο εμπιστευτικότητας, που δεν επιτρέπει να δημοσιοποιούνται ευαίσθητες πληροφορίες, οι οποίες αφορούν τα μέρη και τη διαφορά που τους απασχολεί. Πριν την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας. Περαιτέρω, ο διαμεσολαβητής μπορεί να επικοινωνεί και να συναντάται με καθένα από τα μέρη ξεχωριστά και τις πληροφορίες που αντλεί, κατά τις επαφές αυτές με το ένα μέρος δεν επιτρέπεται να τις γνωστοποιεί στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του. Δημιουργείται με τον τρόπο αυτό ένα περιβάλλον ευνοϊκό για την επίλυση της διαφοράς, που διαφυλάσσει τα μέρη από αρνητική δημοσιότητα και παράλληλα τα διευκολύνει να διατηρήσουν καλό κλίμα μεταξύ τους.
Τι είναι ο Διαμεσολαβητής;
O Διαμεσολαβητής είναι ένα τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τα εμπλεκόμενα μέρη, το οποίο δεν έχει κανένα συμφέρον από την έκβαση της μεταξύ τους διαφοράς. Οφείλει να τηρεί αυστηρά τις διατάξεις της δεοντολογίας που περιλαμβάνονται στο νόμο και τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Δεοντολογίας και να λειτουργεί με ουδέτερο και αμερόληπτο τρόπο, τηρώντας απόρρητες τις πληροφορίες που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Έχει λάβει ειδική εκπαίδευση από Φορέα Κατάρτισης Διαμεσολαβητών και μετά από εξετάσεις, διαπιστεύεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο Διαμεσολαβητής δεν ενεργεί ως δικαστής, καθώς δεν εκδίδει απόφαση και απαγορεύεται να επιβάλει στα μέρη τη λύση της δικής του επιλογής. Ο ρόλος του είναι να διευκολύνει την επικοινωνία και τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, έτσι ώστε να τους βοηθήσει να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία, εφόσον οι ίδιοι κρίνουν ότι αυτό ικανοποιεί τα συμφέροντά τους.
Υπάρχει υποχρεωτική Διαμεσολάβηση;
ΌΧΙ δεν υπάρχει υποχρεωτική διαμεσολάβηση, αλλά ένα υποχρεωτικό στάδιο μίας μόνο συνάντησης των μερών με τους δικηγόρους τους ενώπιον του διαμεσολαβητή, με σκοπό να εξετάσουν αν η συγκεκριμένη διαφορά τους μπορεί να επιλυθεί με διαμεσολάβηση. Αυτή η συνάντηση ονομάζεται Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) και πρέπει να λάβει χώρα το αργότερο έως τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο.
Ποιες υποθέσεις αφορά η υποχρεωτική αρχική συνεδρία;
Αφορά υποθέσεις οικογενειακές (εκτός από διαζύγια, ακύρωση γάμου, διαφορές από τη σχέση γονέων και τέκνων κλπ), εκείνες που το αντικείμενο της διαφοράς τους ξεπερνά το ποσό των 30.000,00 ευρώ και, αν δικάζονταν θα υπάγονταν στην Τακτική Διαδικασία του Μονομελούς και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, καθώς και όταν υπάρχει σε ιδιωτική συμφωνία των μερών ρήτρα διαμεσολάβησης.
Τι είναι η ρήτρα Διαμεσολάβησης;
Είναι ένας όρος που περιέχεται σε ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τα μέρη συμφωνούν ότι αν προκύψει μεταξύ τους διαφορά, πριν απευθυνθούν στο δικαστήριο, θα προσπαθήσουν να επιλύσουν τη διαφορά τους με διαμεσολάβηση.
Τι είναι η Οικογενειακή Διαμεσολάβηση;
Δεν υπάρχει ίσως πιο πειστικό και γλαφυρό επιχείρημα υπέρ της εισαγωνής της Οικογενειακής Διαμεσολάβησης από την ακόλουθη ιστορία που αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο συνηθισμένα case studies στην εκπαίδευση της διαμεσολάβησης:
Κάποτε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, δύο γονείς κατέφυγαν στο Δικαστήριο για τη ρύθμιση της επιμέλειας του μικρού τους γιου. Όταν στάθηκαν μπροστά στο δικαστή, εκείνος τους κοίταξε και ρώτησε καθέναν ξεχωριστά αν αγαπά το παιδί του. Η απάντηση και των δύο, αυτόματη, αυτονόητη. Σχεδόν προσβεβλημένοι και οι δύο γονείς διαβεβαίωσαν τον αυστηρό Δικαστή ότι λατρεύουν το σπλάχνο τους και πως θα έκαναν τα πάντα για το καλό του. Τότε ο Δικαστής τους αποκρίθηκε: «Ε λοιπόν, ξέρετε κάτι; Εγώ το παιδί σας δεν το αγαπώ! Και πώς θα μπορούσα άραγε να το αγαπώ; Δεν το ξέρω καν, πρώτη μου φορά το βλέπω σήμερα μπροστά μου. Κι όμως! Ήρθατε σε μένα για να αποφασίσω τί θα κάνετε με το ίδιο σας το παιδί!» Οι γονείς σάστισαν. Ο δικαστής συνέχισε να τους κοιτάζει.
Η υπόθεση λύθηκε με Διαμεσολάβηση…
Από την εισήγηση της Ομότιμης Καθηγήτριας Αστικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ, κας Θεωφανούς Παπαζήση
Η ταχύτητα των σύγχρονων σχέσεων και η βραδύτητα της απονομής δικαιοσύνης, σε συνδυασμό με το άκαπτο και αρκετά τυπολογικό δικονομικό σύστημα έδωσαν αφορμή σε όλο τον κόσμο σε αναζήτηση άλλων εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών.
Η Διαμεσολάβηση στις υποθέσεις Οικογενειακού Δικαίου είναι ουσιώδους σημασίας και μπορεί να έχει άμεσα και ουσιαστικά αποτελέσματα, διότι ερευνά την υπόθεση στην ουσία των πραγματικών περιστατικών.
Οι μεταξύ των συζύγων σχέσεις αποτελούν τυπικό παράδειγμα σχέσεων επιδεκτικών Διαμεσολάβησης. Χαρακτηριστικό είναι, ότι ο νομοθέτης του Ν 1329/1983 δεν προέκρινε την επίλυση των διαφωνιών των συζύγων από το δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι, αν ο γάμος σε κρίση έχει μία πιθανότητα να την ξεπεράσει, αυτή δεν είναι σίγουρα η επίλυση της διαφοράς από το δικαστήριο.
Οι σύζυγοι σε κρίση έχουν προβλήματα από τη διαταραχή της διαπροσωπικής, και όχι τόσο της έννομης σχέσης τους, η οποία σύρεται σε κρίση από την πρώτη. Η αντιδικία στις περιουσιακές σχέσεις είναι το μέσο πίεσης ή εκδίκησης για την αποτυχία της προσωπικής.
Από τις οικογενειακές σχέσεις που έχουν επίσης μεγάλη ανάγκη Διαμεσολάβησης είναι αυτές που αφορούν τα τέκνα. Τόσο οι σχέσεις γονέων-τέκνων, που συχνά είναι οδυνηρές, όσο και η άσκηση της επιμέλειας, ή κυρίως της καθημερινής φροντίδας και του δικαιώματος επικοινωνίας, θα μπορούν να επιλυθούν πολύ ομαλότερα και περισσότερο ουσιαστικά και ειρηνικά για χάρη των παιδιών.